wiki

Αποτελέσματα αναζήτησης

30/6/11

Νισάφι πια!

Λατρεύω να κάνω μεγάλες εισαγωγές, όμως σήμερα δεν μου έβγαινε.

Και δεν μου έβγαινε γιατί δεν αντέχω πια τα μεγάλα λόγια, αν και είμαι πολύ μικρός σε ηλικία. Δεν αντέχω πια τις πολιτικές αναλύσεις, τις κοινωνικές αναλύσεις, γενικότερα τις αναλύσεις.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε μέρα και να έχω τουλάχιστον 2 ομάδες ανθρώπων στο μυαλό που αν μου δινόταν η επιλογή, θα τους στερούσα το δικαίωμα στην ελευθερία και στη ζωή. Κι ας μην είμαι Θεός, Αλλάχ, Βούδας ή οτιδήποτε άλλο θέλετε.

Δεν αντέχω να γνωρίζω ότι δεν μπορώ να είμαι ούτε μισή ώρα ήσυχος στην πόλη στην οποία μεγάλωσα, περπάτησα, έζησα, μέθυσα, έδωσα το πρώτο μου πραγματικό φιλί αγάπης.

Βαρέθηκα να ζω μια ζωή στην οποία προσπαθώ κάθε δευτερόλεπτο να νιώσω ελεύθερος και ξαφνικά σε λίγες ώρες, να νιώθω φυλακισμένος. Άνθρωπος που του στερούνται τα στοιχειώδη δικαιώματά του στη ζωή και στην αλλαγή.

Κουράστηκα από τα 25 μου χρόνια να πιστεύω σε αξίες, ιδανικά και επαναστάσεις του λόγου, γραπτού ή προφορικού. Γνώριζα εδώ και χρόνια τι σημαίνει να είσαι ζώο, τι σημαίνει να έχεις ένστικτα, όμως για πρώτη φορά το νιώθω τόσο πολύ.

Δεν θα δίσταζα ούτε στιγμή να σπάσω τα πόδια και τη μέση ενός σκουληκιού που μου στερεί το δικαίωμα να «ξηλώσω» αυτούς που ψηφίστηκαν για να δώσω μια νέα ελπίδα στη ζωή μου. Δεν θα φοβόμουν να τον κοιτάξω στα μάτια και να του πω: «Εύχομαι να ψοφήσεις μαρτυρικά, και δεν με νοιάζει πόσα παιδιά έχεις».

Γιατί πραγματικά δεν με απασχολεί. Αυτός δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα ον που είναι γεννημένο να ρίχνει δακρυγόνα, που πωρώνεται να δέρνει και να προκαλεί. Γιατί αν είχε έστω την παραμικρή αξία ως πρόσωπο, άρα και αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση, θα πετούσε κάτω το γκλοπ και θα στεκόταν στο πλευρό του κόσμου.

Πολύ απλά γιατί ότι και να κάνει, μια μέρα κι αυτός θα χάσει από το μισθό του, θα δει τα παιδιά του να πεινάνε, τη γυναίκα του να είναι λυπημένη και θα «συλλάβει» τον εαυτό του απελπισμένο να αναρωτιέται «γιατί;».

Η απάντηση θα είναι: γιατί όταν όφειλες, δεν έκανες το πραγματικό σου καθήκον, δεν προστάτεψες τη Δημοκρατία και τον λαό που προσπαθεί να την ξαναγεννήσει. Και ερχόμαστε τώρα στο άλλο κομμάτι του ζητήματος. Τον λαό.

Όταν ρε αδαή, ανίδεε Έλληνα, κατεβαίνεις στις πλατείες και απειλείς το κράτος του εγκλήματος και τον λαμόγιων, είναι προφανές ότι θα βρεις μπροστά σου τα… σώματα ασφαλείας. Είναι προφανές ότι θα βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με τα ξαδέρφια τους κουκουλοφόρους.

Και αντί να οργανωθείς, να συσπειρωθείς και να εξοπλιστείς με αμελέτητα και κυρίως, με όπλα, κάθεσαι και κρατάς πανό, διαδηλώνεις «ειρηνικά» και πετάς γαρύφαλλα στον ΜΑΤατζή. Σοβαρά τώρα, για πόσο καιρό θα συνεχίσετε να πιστεύετε ότι η ειρήνη και η συζήτηση είναι η λύση;

Η ιστορία του ανθρώπινου είδους και δη του ελληνικού έθνους, έχει αποδείξει αμέτρητες φορές, άρα δεν πρόκειται για σύμπτωση, ότι μόνο με μάχη, μόνο με πόλεμο, μόνο με πόνο, ιδρώτα, αίμα και ίσως θάνατο, επιτυγχάνονται οι μεγαλύτερες αλλαγές.

Ζούμε μια τραγωδία, δεν ζούμε μια κακή περίοδο. Δεν είναι οικονομική κρίση πια, αυτή πέρασε. Η κατάρρευση της ζωής μας έχει φτάσει, δεν πλησιάζει. Είναι εδώ, σήμερα, τώρα, μέσα στα σπίτια μας, στις δουλειές μας, στις πλατείες, στα ταμεία ανεργίας, στα κέντρα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά.

Οφείλουμε να παλέψουμε, γιατί δεν έχουμε φτάσει στον πάτο. Το σάπιο βαρέλι της Ελλάδας, έχει πολύ ακόμα για να τελματώσει. Για να πούμε ότι φτάσαμε όσο χαμηλότερα γίνεται και δεν έχουμε τίποτα άλλο να μας διαλύσει. Όμως όταν θα φτάσουμε στο σημείο να μην έχουμε να φάμε και αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα γιατί μας δόθηκαν εκ γενετής, δεν θα μπορούμε να πολεμήσουμε.

Τώρα, έχουμε πολλά να χάσουμε, όμως έχουμε ακόμα περισσότερα να κερδίσουμε. Η πάλη του λαού, δεν είναι κόκκινη, μπλε, πράσινη ή οποιοδήποτε χρώμα. Είναι αυτό που είναι και αυτό που οφείλει να συμβεί, αν ο κόσμος, αν οι Έλληνες, θέλουν να ξαναλέγονται έθνος. Όχι για να τους θεωρούν οι άλλοι έθνος, αλλά για να θεωρούν τους εαυτούς τους.

Πάει το τάβλι στην παραλία και το καμάκι. Πάνε τα σουβλάκια και η ταυτότητα της χώρας. Είμαστε ένα μηδενικό που τείνει προς το αρνητικό και είναι δική μας επιλογή, αν θα σώσουμε τους εαυτούς μας από αυτό ή αν θα επιλέξουμε να κυληστούμε στο βούρκο της ακολασίας μαζί με αυτούς που μας έφτασαν ως εδώ, επειδή εμείς κρίναμε λάθος τόσα χρόνια με τις ψήφους μας.

Είμαστε όλοι υπεύθυνοι, είμαστε όλοι λάθος σε πολλά πράγματα που έχουν γίνει ως σήμερα, όμως νισάφι πια! Δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση. Είμαι 25 χρονών, ο άνθρωπος που θέλω να ξυπνάω δίπλα του και να κοιμάμαι δίπλα του είναι όσο ερωτευμένος όσο κι εγώ με την Αθήνα, αλλά σκέφτομαι όχι απλά να την εγκαταλείψω, αλλά να φύγω οριστικά από τη χώρα και να μην κοιτάξω πίσω μου.

Δεν ένιωσα ποτέ μου Έλληνας και χρειάστηκε να ζήσω τους τελευταίους μήνες στο πετσί μου, για να καταλάβω πως δεν χρειάζεται να νιώθεις Έλληνας, να πηγαίνεις σε παρελάσεις, στην εκκλησία και να ανήκεις στην πλειοψηφία των Ελλήνων από πλευράς συμπεριφοράς, για να ενδιαφερθείς για αυτή τη χώρα.

Δήλωνα και θα συνεχίσω να δηλώνω πολίτης του κόσμου, όμως το «χωράφι» μου είναι εδώ. Για αυτό θα πολεμήσω, γιατί εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μην μου στερήσετε το δικαίωμα, όλοι εσείς που έχετε τα ίδια, περισσότερα ή λιγότερα βιώματα από εμένα, να προσπαθήσω να παλέψω μόνος μου για κάτι καλύτερο.

Μην μου το στερήσετε, γιατί τότε θα αναγκαστώ να στερήσω κι εγώ από την χώρα μου έναν ακόμη άνθρωπο που ενδιαφέρθηκε πραγματικά για αυτήν. Και αυτό δεν είναι εγωιστικό, είναι η έννοια της δημοκρατίας και του έθνους. Όσο περισσότεροι «εγώ» φύγουν, τόσο λιγότερο θα ζει η χώρα αυτή. Ο τόπος με την ευλογημένη γη και τους καταραμένους ανθρώπους.

Νισάφι πια. Βοήθεια. Συσπείρωση. Ενότητα. Πόλεμος. Μάχη σώμα με σώμα με αυτούς που μας στερούν τα πάντα γιατί εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα. Οφείλουμε να τους το πάρουμε, για να έχουμε το δικαίωμα στα όνειρά μας. Για να μπορούμε να κάνουμε κουμάντο εμείς στις ζωές μας.

1 σχόλιο:

  1. Well done! Στα 25 είχα ήδη χάσει τον όποιο ρομαντισμό, έστω της βίας. Είναι ευχάριστο ένας κυνικός (προτιμώ “ρεαλιστής”) και ένας ρομαντικός να βρίσκονται on the same page.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δεν πήγε στράφι ούτε άσκοπα που η ισόβια λατρεία μου για τη λογοτεχνία μ΄ έκανε:
Πιο τσιγκούνη στους ήχους και τις συλλαβές
Απ΄ όσο έγινε ο Μίδας για το χρυσάφι του.


Όσκαρ Ουάιλντ, de profundis