wiki

Αποτελέσματα αναζήτησης

27/7/11

Determination

Between the adventurer
and the common man
lies determination in the worst of moments.
Common men who reach it
become adventurers.
Adventurers who grab it
become immortals.
If someone throws it away
he becomes peaceful.

Bernard "The Cook"

20/7/11

Το δέντρο κι ο μοναχός

Μπορούν να ζηλέψουν
Να φθονήσουν
Οτιδήποτε θελήσουν

Η καρδιά μου όμως εμένα
Σου ανήκει για πάντα
Κι όταν φτάσω τριάντα
Θα με κάνεις παιδί

Και θα μείνω κοντά σου
Μέσα στην αγκαλιά σου
Σαν ασπίδα μπροστά
Στην θολή σου ματιά

Η ψυχή μου δικιά σου
Είμαι μες την καρδιά σου
Με τα χέρια σφιγμένα
Θα της δώσω πνοή

Κι αν το δέρμα μια μέρα
Θα ζαρώσει σαν χώμα
Η ψυχή θα ριζώσει
Να του δώσει πάλι χρώμα

Και σε μια καρέκλα.
Ένα όμορφο πρωί.
Θα ταξιδέψουμε για άλλα μέρη.
Εκεί που το δέντρο και ο μοναχός
Αγαπιούνται από μακριά.

2/7/11

Ο Παύλος ζει

Κάτι τέτοιες νύχτες
Κρύο καυτό στα μάτια
Στην ψυχή αγκάθια

Σκέφτεσαι αν.

Ένας λυγμός
Μουγκές οι γάτες
Αίμα το κρασί

Αναρωτιέσαι τι.

Ο Παύλος ζει
Βουβά ηχεία
Αγάπη ξαπλωτή

Πώς και γιατί.

Καπνός ομίχλη
Γέλιο πνιχτό
Δάκρυ ελπίδας

Ζούμε.

30/6/11

Νισάφι πια!

Λατρεύω να κάνω μεγάλες εισαγωγές, όμως σήμερα δεν μου έβγαινε.

Και δεν μου έβγαινε γιατί δεν αντέχω πια τα μεγάλα λόγια, αν και είμαι πολύ μικρός σε ηλικία. Δεν αντέχω πια τις πολιτικές αναλύσεις, τις κοινωνικές αναλύσεις, γενικότερα τις αναλύσεις.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε μέρα και να έχω τουλάχιστον 2 ομάδες ανθρώπων στο μυαλό που αν μου δινόταν η επιλογή, θα τους στερούσα το δικαίωμα στην ελευθερία και στη ζωή. Κι ας μην είμαι Θεός, Αλλάχ, Βούδας ή οτιδήποτε άλλο θέλετε.

Δεν αντέχω να γνωρίζω ότι δεν μπορώ να είμαι ούτε μισή ώρα ήσυχος στην πόλη στην οποία μεγάλωσα, περπάτησα, έζησα, μέθυσα, έδωσα το πρώτο μου πραγματικό φιλί αγάπης.

Βαρέθηκα να ζω μια ζωή στην οποία προσπαθώ κάθε δευτερόλεπτο να νιώσω ελεύθερος και ξαφνικά σε λίγες ώρες, να νιώθω φυλακισμένος. Άνθρωπος που του στερούνται τα στοιχειώδη δικαιώματά του στη ζωή και στην αλλαγή.

Κουράστηκα από τα 25 μου χρόνια να πιστεύω σε αξίες, ιδανικά και επαναστάσεις του λόγου, γραπτού ή προφορικού. Γνώριζα εδώ και χρόνια τι σημαίνει να είσαι ζώο, τι σημαίνει να έχεις ένστικτα, όμως για πρώτη φορά το νιώθω τόσο πολύ.

Δεν θα δίσταζα ούτε στιγμή να σπάσω τα πόδια και τη μέση ενός σκουληκιού που μου στερεί το δικαίωμα να «ξηλώσω» αυτούς που ψηφίστηκαν για να δώσω μια νέα ελπίδα στη ζωή μου. Δεν θα φοβόμουν να τον κοιτάξω στα μάτια και να του πω: «Εύχομαι να ψοφήσεις μαρτυρικά, και δεν με νοιάζει πόσα παιδιά έχεις».

Γιατί πραγματικά δεν με απασχολεί. Αυτός δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα ον που είναι γεννημένο να ρίχνει δακρυγόνα, που πωρώνεται να δέρνει και να προκαλεί. Γιατί αν είχε έστω την παραμικρή αξία ως πρόσωπο, άρα και αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση, θα πετούσε κάτω το γκλοπ και θα στεκόταν στο πλευρό του κόσμου.

Πολύ απλά γιατί ότι και να κάνει, μια μέρα κι αυτός θα χάσει από το μισθό του, θα δει τα παιδιά του να πεινάνε, τη γυναίκα του να είναι λυπημένη και θα «συλλάβει» τον εαυτό του απελπισμένο να αναρωτιέται «γιατί;».

Η απάντηση θα είναι: γιατί όταν όφειλες, δεν έκανες το πραγματικό σου καθήκον, δεν προστάτεψες τη Δημοκρατία και τον λαό που προσπαθεί να την ξαναγεννήσει. Και ερχόμαστε τώρα στο άλλο κομμάτι του ζητήματος. Τον λαό.

Όταν ρε αδαή, ανίδεε Έλληνα, κατεβαίνεις στις πλατείες και απειλείς το κράτος του εγκλήματος και τον λαμόγιων, είναι προφανές ότι θα βρεις μπροστά σου τα… σώματα ασφαλείας. Είναι προφανές ότι θα βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με τα ξαδέρφια τους κουκουλοφόρους.

Και αντί να οργανωθείς, να συσπειρωθείς και να εξοπλιστείς με αμελέτητα και κυρίως, με όπλα, κάθεσαι και κρατάς πανό, διαδηλώνεις «ειρηνικά» και πετάς γαρύφαλλα στον ΜΑΤατζή. Σοβαρά τώρα, για πόσο καιρό θα συνεχίσετε να πιστεύετε ότι η ειρήνη και η συζήτηση είναι η λύση;

Η ιστορία του ανθρώπινου είδους και δη του ελληνικού έθνους, έχει αποδείξει αμέτρητες φορές, άρα δεν πρόκειται για σύμπτωση, ότι μόνο με μάχη, μόνο με πόλεμο, μόνο με πόνο, ιδρώτα, αίμα και ίσως θάνατο, επιτυγχάνονται οι μεγαλύτερες αλλαγές.

Ζούμε μια τραγωδία, δεν ζούμε μια κακή περίοδο. Δεν είναι οικονομική κρίση πια, αυτή πέρασε. Η κατάρρευση της ζωής μας έχει φτάσει, δεν πλησιάζει. Είναι εδώ, σήμερα, τώρα, μέσα στα σπίτια μας, στις δουλειές μας, στις πλατείες, στα ταμεία ανεργίας, στα κέντρα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά.

Οφείλουμε να παλέψουμε, γιατί δεν έχουμε φτάσει στον πάτο. Το σάπιο βαρέλι της Ελλάδας, έχει πολύ ακόμα για να τελματώσει. Για να πούμε ότι φτάσαμε όσο χαμηλότερα γίνεται και δεν έχουμε τίποτα άλλο να μας διαλύσει. Όμως όταν θα φτάσουμε στο σημείο να μην έχουμε να φάμε και αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα γιατί μας δόθηκαν εκ γενετής, δεν θα μπορούμε να πολεμήσουμε.

Τώρα, έχουμε πολλά να χάσουμε, όμως έχουμε ακόμα περισσότερα να κερδίσουμε. Η πάλη του λαού, δεν είναι κόκκινη, μπλε, πράσινη ή οποιοδήποτε χρώμα. Είναι αυτό που είναι και αυτό που οφείλει να συμβεί, αν ο κόσμος, αν οι Έλληνες, θέλουν να ξαναλέγονται έθνος. Όχι για να τους θεωρούν οι άλλοι έθνος, αλλά για να θεωρούν τους εαυτούς τους.

Πάει το τάβλι στην παραλία και το καμάκι. Πάνε τα σουβλάκια και η ταυτότητα της χώρας. Είμαστε ένα μηδενικό που τείνει προς το αρνητικό και είναι δική μας επιλογή, αν θα σώσουμε τους εαυτούς μας από αυτό ή αν θα επιλέξουμε να κυληστούμε στο βούρκο της ακολασίας μαζί με αυτούς που μας έφτασαν ως εδώ, επειδή εμείς κρίναμε λάθος τόσα χρόνια με τις ψήφους μας.

Είμαστε όλοι υπεύθυνοι, είμαστε όλοι λάθος σε πολλά πράγματα που έχουν γίνει ως σήμερα, όμως νισάφι πια! Δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση. Είμαι 25 χρονών, ο άνθρωπος που θέλω να ξυπνάω δίπλα του και να κοιμάμαι δίπλα του είναι όσο ερωτευμένος όσο κι εγώ με την Αθήνα, αλλά σκέφτομαι όχι απλά να την εγκαταλείψω, αλλά να φύγω οριστικά από τη χώρα και να μην κοιτάξω πίσω μου.

Δεν ένιωσα ποτέ μου Έλληνας και χρειάστηκε να ζήσω τους τελευταίους μήνες στο πετσί μου, για να καταλάβω πως δεν χρειάζεται να νιώθεις Έλληνας, να πηγαίνεις σε παρελάσεις, στην εκκλησία και να ανήκεις στην πλειοψηφία των Ελλήνων από πλευράς συμπεριφοράς, για να ενδιαφερθείς για αυτή τη χώρα.

Δήλωνα και θα συνεχίσω να δηλώνω πολίτης του κόσμου, όμως το «χωράφι» μου είναι εδώ. Για αυτό θα πολεμήσω, γιατί εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μην μου στερήσετε το δικαίωμα, όλοι εσείς που έχετε τα ίδια, περισσότερα ή λιγότερα βιώματα από εμένα, να προσπαθήσω να παλέψω μόνος μου για κάτι καλύτερο.

Μην μου το στερήσετε, γιατί τότε θα αναγκαστώ να στερήσω κι εγώ από την χώρα μου έναν ακόμη άνθρωπο που ενδιαφέρθηκε πραγματικά για αυτήν. Και αυτό δεν είναι εγωιστικό, είναι η έννοια της δημοκρατίας και του έθνους. Όσο περισσότεροι «εγώ» φύγουν, τόσο λιγότερο θα ζει η χώρα αυτή. Ο τόπος με την ευλογημένη γη και τους καταραμένους ανθρώπους.

Νισάφι πια. Βοήθεια. Συσπείρωση. Ενότητα. Πόλεμος. Μάχη σώμα με σώμα με αυτούς που μας στερούν τα πάντα γιατί εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα. Οφείλουμε να τους το πάρουμε, για να έχουμε το δικαίωμα στα όνειρά μας. Για να μπορούμε να κάνουμε κουμάντο εμείς στις ζωές μας.

24/2/11

Περί αυθεντίας...

Την αυθεντία: οι αυθεντίες τη μισούν, οι μη αυθεντίες τη φθονούν και οι έξυπνοι την αγνοούν.

Κώστας

23/1/11

Κρυφτό με το "εγώ"

Παίζεις κρυφτό χρόνια μετά
Με το παλιό εγώ σου σαν παλεύεις.
Είναι πιο δυνατό από σένα.

Όλοι είναι πιο δυνατοί από σένα.
Μα κανείς πιο ισχυρός
Από τον παλιό σου γέρικο εαυτό

18 χρονώ.
Μια σκέψη μουρλή
Σου φτιάχνει την ημέρα

Μες τις φωτογραφίες κοιτάς
Ψάχνεις εσέ και εκείνους.
Άδικα αναζητάς.

Πάντα ήσουν.
Πάντα είσαι.
Πάντα θα είσαι.

Ένα κακέκτυπο του εαυτού που πλασάρεις.
Μια σάπια έκδοση του εγώ που προστατεύεις.
Ένας κλειστός φακός στο τούνελ της ζωής.

Στην αγάπη μου, στη μητέρα μου, στον αδερφό μου, στον πατέρα μου, στη γιαγιά και στον παππού, στον ξάδερφό μου, στην Κατερίνα, στον Ηλία, τον Γιάννη, τον Δημήτρη, τον Σπύρο, τους Βασίληδες, τους ανθρώπους, στα ζώα, στον Θεό.

Κώστας

12/1/11

Λεν

Η τέχνη λεν
Ξεπετιέται αίφνης
Κει που δεν την περιμένεις
Και σου γεμίζει την ψυχή
Με φως καθάριο σκοτεινό
Τρομακτικό

Η έμπνευση λεν
Πως έρχεται από κλάμα
Άσματα ασμάτων γράφτηκαν
Γεμάτα με λυγμούς
Κι ελάχιστα η μνήμη μου
Από χαρά και λάμψη

Κώστας

8/1/11

A love enlightened

A love enlightened
A pain embroidered with silk

These eyes of lightning
These seas of feelings

The touch of pain
The tears of vain

In death we trust
In hell we dance

There is none left
There are only flowers

From where we came?
From dusk till dawn we ask

Κώστας

2/1/11

Time to pay for your sins

A dark whisper in the night
The cat of silence approached
Freezing air though the nose
A peaceful, iced brain

The witch of sins embraces me
Walking alone in streets of other worlds
A fire burning in the heart
Ready to melt your world down

I paid for my sins, it’s time for you
The gatherer of souls is here to take its toll
The payment is at hand
The punishment? One hand!

Κώστας

23/11/10

Επειδή ψήφιζα παιδί μου

Εδώ και ένα μήνα περίπου εργάζομαι πυρετωδώς, λόγω συγκυριών. Κράτησα μέσα μου ομολογώ αρκετά πράγματα και αρκετό καιρό. Ίσως δεν έπρεπε, αλλά πάλι… ο Ηλίας θα σου πει ότι δεν υπάρχει […] και θα σωπάσεις, κουνώντας το κεφάλι σου καταφατικά. Κάτι υπάρχει μέσα μας που μας το λέει: ΚΑΤΙ. ΠΑΕΙ. ΛΑΘΟΣ!

Είναι ξεκάθαρο νομίζω και προφανώς δεν είναι τα χρέη της χώρας, ούτε τα αποτελέσματα τον εκλογών, ούτε η εγκληματικότητα, ούτε η φτώχεια, ούτε οι «ανάρχες» με τις κουκούλες, ούτε τα φασιστάκια με τις κουκούλες (παντού κουκούλες, ίσα κι όμοια όλα).

Μιλάμε πλέον για ριζικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει κράτος. Δεν υπάρχει έθνος. Δεν υπάρχει ταυτότητα. Το μόνο που υπάρχει είναι ένα πράγμα με σημαία γαλανόλευκη που δίνει τροφή για σκέψη και γκρίνια στους λίγους που σκέφτονται πραγματικά και στους πολλούς που βαριούνται να το βάλουν να δουλέψει, αντίστοιχα.

Το βλέπεις στα μάτια όλων. Βγες μια μέρα έξω και περπάτησε αντί να μπεις στο αυτοκίνητο, συζήτησε με ταξιτζήδες, πιες καφέ σε ένα κεντρικό σημείο, κάνε «ζάπινγκ» στα μαγαζιά χωρίς να αγοράσεις τίποτα και πρόσεξε καλά τα μάτια όλων: είναι χαμένοι! Χωρίς συγκέντρωση, βυθίζονται αργά και βασανιστικά σε μια κατάσταση την οποία επιτρέπουν όλοι τους να επιβληθεί στο σπίτι τους, στη γειτονιά τους, στο δήμο τους, στην κοινότητά τους και ούτω καθεξής.

Προσπάθησα να δώσω απαντήσεις στον εαυτό μου, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν είχα ερωτήματα τον τελευταίο καιρό. Προλάβαινα να σκεφτώ, τα συγκρατούσα αλλά δεν τα έγραφα. Το πρώτο ερώτημα που μου έθεσα ήταν το εξής: που θα έκανες παιδιά; Σκατά! Σίγουρα όχι εδώ.

Με ποιο ακριβώς δικαίωμα θα έφερνα εγώ έναν άνθρωπο σε ένα «κράτος» που δεν θα του παρείχε ούτε τα βασικά που είχα εγώ, για να ορθοποδήσει στη ζωή του; Ή μάλλον, για να το θέσω εγωκεντρικά, γιατί δεν την είδα σωτήρας της ανθρωπότητας: πώς θα ζούσα εγώ με ήσυχο μυαλό αν έφερνα στον κόσμο το παιδί μου και το έβλεπα να λυσσάει της πείνας επειδή τα σκάτωσα εγώ; Και μετά θα έκλαιγα, θα απελπιζόμουν, με συνοπτικές διαδικασίες θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι είμαι αποτυχημένος και στην καλύτερη, θα έφευγα για τα βουνά. Στην χειρότερη, θα έπαιρνα διαζύγιο και θα ψόφαγα σε μια γωνιά.

Η αλήθεια είναι πως βλέπω σκατά παντού γύρω μου, εξού και η επίμονη επανάληψη της λέξης. Βλέπω σκατά μέσα μου, στους ανθρώπους που έχω δίπλα μου και αγαπάω, τα βλέπω να τους κατατρώνε. Θέματα όχι υγείας, για τα οποία έχει κάθε δικαίωμα ο καθένας να ξενερώνει απίστευτα.

Θέματα εντελώς άκυρα, τα οποία προκύπτουν επειδή αρχίζουμε πλέον και χαλάμε τόσο πολύ ως σύνολο. Πρόσφατα έζησα δυο φορές μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, αφού ένας άνθρωπος ο οποίος ξέρει καλά μέσα του ότι όσα ένιωθε δεν ήταν παρά η σαπίλα της σύγχρονης ζωής, κατάφερε να με βάλει σε σκέψεις για το αν είμαι «σωστός» ή όχι.

Τελικά καταλήξαμε και τις δυο φορές να λέμε πως πλέον αν έχεις χρόνο να κάτσεις να σκεφτείς, σκέφτεσαι τόσα πολλά μαζεμένα και έχεις τόσα πολλά από τα οποία μπορείς να πιαστείς για να απελπιστείς, που βλέπεις φαντάσματα και φτιάχνεις σενάρια απίθανα.
Και μην παραξενευτείτε αν τους δείτε όλους σε λίγο καιρό να αρχίσουν να παραμιλάνε. Ήδη το κάνουν πολύ. Εγώ την έχω σκαπουλάρει προς το παρόν μόνο με τραγούδια και ψιθύρισμα στίχων στο μετρό, για να μην βαριέμαι. Ειδικά κάθε Σάββατο βράδυ που γυρνάω αργά από τη δουλειά, ενώ όλη βγαίνουν αργά από το σπίτι.

Άλλο κι αυτό. Όλοι πεινάνε, όλοι δεν έχουν δουλειές, αλλά ο κεραμεικός και του ψυρρή –για να μην μιλήσω για παραλιακή και μπουρνάζι- είναι τίγκα! Πατείς με, πατώ σε! Δεν χωράς να μπεις σε μαγαζί να ρίξεις ένα κατούρημα πριν συνεχίσεις το δρόμο προς το σπίτι για να πέσεις ξερός έπειτα από 11 και 12 ώρες δουλειάς. Κατά τα άλλα, λεφτά δεν υπάρχουν.

Αν είχαν μάθει όλοι τους να τα χαλάνε εκεί που […], να ξεχάσουν τα εξοχικά και τα δάνεια, τα δεύτερα αμάξια και τις πολυτέλειες και καταλάβαιναν ότι χτίσαμε κάτι εντελώς σάπιο πάνω σε κάτι χρυσό και το βάψαμε στο χρώμα της πέρλας, μπορεί να την γλιτώναμε.

Διότι δεν μπορείς να μου υπερηφανεύεσαι το 2010 για τις επαναστάσεις που έχεις κάνει και να θεωρείς ανατροπή του σκηνικού της χώρας το ότι το πασοκ έχασε δήμους στις εκλογές πριν λίγο καιρό. Μη χέσω, ανατροπή η ενίσχυση της ΝΔ!

Αλλά τι να πεις; Αφού πάμε και ψηφίζουμε –φυσικά δεν θα με βγάλω απ’ έξω, μην το περιμένετε- καλά να πάθουμε. Τουλάχιστον εγώ έχω τη συνείδησή μου ήσυχη: δεν ψήφισα αυτόν που αναγκάζει τη γιαγιά μου να παίρνει μισό κομμάτι ψωμί σύνταξη, τη μάνα μου να δουλεύει στην ακτινοβολία 27 χρόνια χωρίς βαρέα ανθυγιεινά και εμένα να πάω φαντάρος ενώ δουλεύω από τα 19 μου για να ζήσω το σπίτι μου και τον εαυτό μου.

Σκατά στα μούτρα μας κυρίες, κύριοι και οτιδήποτε άλλο αυτοαποκαλείστε. Εκεί κατέληξα έπειτα από ώριμη σκέψη ενός μήνα. Και τώρα που τελείωσα το παραλήρημά μου, όσοι καταφέρατε να φτάσετε μέχρι εδώ, σας αφήνω στις σκέψεις σας ή σε ότι άλλο κάνετε. Προφανώς δεν θα αλλάξει τον κόσμο κανείς μας. Μείνετε με αυτή την ιδέα κι αν αύριο τα παιδιά σας ρωτήσουν «γιατί δεν έχουμε δυο κουβέρτες μπαμπά;», θυμηθείτε να του απαντήσετε: επειδή ψήφιζα παιδί μου. Εγώ αυτό θα τους πω.

12/10/10

Μέρες έμπνευσης


Κάτι μέρες βροχερές
Που θες και δεν θες
Που λες και δεν λες

Κάτι μέρες γκρίζες
Που δεν μπορείς να θες
Και δεν ακούς τι λες

Κάτι μέρες που προσμένεις
Ακίνητος.
Αμίλητος.
Με κλεισμένα αυτιά.

Αυτές οι μέρες
Λέγονται μέρες έμπνευσης.
Αγαπητέ δημιουργέ.
Έτσι πάει…

Κώστας

4/9/10

Every story has more than one sides

"The Wrench", by junglecookie

She tried to make him understand. God knows how much she tried. She knows he does, but understanding is one thing. Accepting is another. He is a leaving. A kiss on his neck. She can feel him crying. "I'm sorry my love. I'm sorry I need to keep my vow", she whispers as she runs into the cave.

Surprised that somehow she managed to win the battle against the cursed wizard, she comes out happy, thinking that the dream came true. No tears.

She sees him. Standing still, not far away, yet something isn't right. Then he falls to his knees and she knows. "No!", she screamed, but it's too late. "No! I won!", she cries.

She holds him in her arms, as his blood stains her clothes. Her love is dying. "We live together, but die alone, they say. I shall now break that rule my dear."

She takes the dagger from his hand, as her tears merge with his blood, and sinks it into her stomach. "Die together to be together... so be it". She smiles and falls into his cold arms.

Holding him. Forever.

Arden the druid

3/9/10

The story of the dream that came true


He turns around angry and sickened of his life. Three times he died, yet he lives and breathing. She puts her arms around him and kisses his neck. He starts crying, no sounds. She jumps into the cave, as he walks away, praying to his love for her that he'll die for one last time. So he can find her again.

The sound of a spell makes everything become silent, as he walks away into the desert. No armor, no weapon, no spells. His love and himself. Alone. The dream became true. He cried.

He pulls out his dagger, prays for the last time to his beloved god and gives himself the embrace of death. Hot blood runs from his throat, to the stiff sand, as he falls to his knees. A scream breaks the silence.

She runs to him, crying and screaming.

“She survived”, he thinks. “Thank god, you’re alive. Now someone can mourn for me”, he says with lips stiff and eyes closed. His last gasp is followed by her loud cry.

She runs the blade through her stomach. She takes her life and comes close to him.

Forever.

Angus Firson, "The Undead"