Όπως θα σας τα εξιστορήσω, τα θέλει ο θρύλος να έχουν γίνει.
Γεννήθηκε μια μέρα θερμή του Ιούλη, του μήνα του απρόβλεπτου και του δυναμικού, ένα παιδί γεμάτο θλίψη και χαρά αγγελική. Το έγραφε η μοίρα του πως θα περάσει κύματα 40, για να’ χει εμπειρίες να εξιστορεί σαν θα μεγαλώσει. Μια πένα αιχμηρή που σκότωνε απ’ τη μια και χάιδευε απ’ την άλλη, στεκόταν δίπλα στο νήμα της ζωής του. Αυτό ταλαντευόταν, πλησίαζε στον θάνατο και αναγεννιόταν.
Μια μέρα θερμή του Ιούλη, του μήνα του τρελού και παρανοϊκού, πέρασε κιόλας μισός αιώνας. Η πένα σκούριασε, αλλά δεν χάλασε. Τα φτερά της ξεφτίσαν, μα χαϊδεύει ακόμα. Κόμποι πνίγουν ανά τακτά διαστήματα αυτό το ατόφιο –κάποτε- νήμα ζωής, που έγινε κίτρινο απ’ τα χρόνια και απ’ την πείρα.
Αφιερωμένο στον αγαπημένο μου θείο Γιώργο Μπλάνα, τον άνθρωπο που χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος, με έκανε να πιστέψω στο γραπτό μου και μου έδειξε πως η πένα είναι κάτι πολύ ισχυρό. Αρκεί το νήμα της ζωής σου να μην είναι ήσυχο… Γιατί αλλιώς δεν θα’ χεις τι να γράψεις… Χρόνια καλά. Σου αφιερώνω το παρακάτω: July Morning-Uriah Heep
Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ με μεγάλη μου έκπληξη πως ο εγκέφαλός μου ή οτιδήποτε με κρατάει ζωντανό, προσπαθεί να μου πει κάτι ξεκάθαρα. Καταβάλω ομολογώ μεγάλες προσπάθειες για να καταλάβω τι ακριβώς προσπαθεί να μου κάνει λιανά αυτό το περίεργο σκίρτημα που νιώθω μέσα μου. Σαν να θέλει να βγει το μέσα μου έξω και να τρέξει μακριά.
Μια συνεχής ανάγκη να πάω οπουδήποτε εκτός από «εδώ». Και αυτό το εδώ είναι οπουδήποτε. Ουσιαστικά, ένα ταξίδι αέναο. Και όμως κάθε φορά που κοιτάζω γύρω μου, είμαι «εδώ». Πάντα και το εδώ είναι το ίδιο, αν και είναι παντού. Προσπαθεί κάτι μέσα μου να μου πει ότι η ραθυμία στην οποία υποβάλλουμε τους εαυτούς μας και την οποία μεταφράζουμε ως εργατικότητα γιατί έτσι μας συμφέρει, είναι τουλάχιστον καταστροφική.
Μια πνιγηρή ρουτίνα της οποίας ακόμη και οι συγκλονιστικές αλλαγές, είναι προγραμματισμένες και προβλέψιμες.
Η καθημερινότητα ενός ανθρώπου ο οποίος στα 17 του θεωρούσε τον εαυτό του ώριμο όσο ένας 40χρονος και στα 22 του -σχεδόν «πατημένα»- κατάφερε να πνίξει τον εαυτό του με τις υποχρεώσεις ενός 40χρονου. Και τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Η ωριμότητα της ηλικίας των 17 που είναι στην πραγματικότητα 40, έχει αντικατασταθεί από την ανωριμότητα της ηλικίας των «40» -22- που είναι στην πραγματικότητα 17. Δεν είναι λίγες οι φορές που εγώ, ο Ηλίας, ο Δημήτρης, ο Γιάννης, ο Χ και η Ψ, για να μην σας βγάζω απέξω, έχουμε ευχηθεί να γίνουμε έστω για λίγο ξανά 15. Να θυμηθούμε πως ήταν να μην έχεις καμία απολύτως έγνοια, γιατί η «φυλακή» στην οποία θεωρούσες ότι σε κρατάνε, ήταν αυτή που ουσιαστικά, έστω και με ψευδαισθήσεις, σε κρατούσε μακριά από την πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που θέλει τους 22χρονους να μοχθούν αν θέλουν να μην θεωρηθούν αιώνιοι φοιτητές ή επίδοξοι δημόσιοι υπάλληλοι. Κατ’ επιλογή, δεν αντιλέγω. Όμως δεν είναι έτσι. Αυτό το σκίρτημα μου το λέει εδώ και καιρό. Φύγε, τρέχα, κάνει οτιδήποτε λέει η καρδιά σου χωρίς να σκέφτεσαι συνέπειες, συντρίμμια που θα αφήσεις πίσω σου και χωρίς «αν».
«Το «αν» καταστρέφει τα όνειρα. Και αν δεν τα εκπληρώσεις όταν μπορείς και δεν είσαι αρκετά εξαρτημένος από παράγοντες που εσύ ο ίδιος έχεις «χτίσει» γύρω σου, θα πεθάνεις γνωρίζοντας βαθιά μέσα σου ότι φταις μόνο εσύ και κανείς άλλος, για το γεγονός ότι στον θάνατό σου, έχεις τελευταία επιθυμία.
Κάνε πραγματικότητα κάθε πιθανή επιθυμία που θα μπορούσε να είναι η τελευταία σου. Και όταν θα είναι ειλικρινά η τελευταία, θα το καταλάβεις. Γιατί η ζωή σου θα έχει γεμίσει με τόσα όνειρα που έγιναν αλήθεια, που θα νιώθεις αρκετά γεμάτος για να φύγεις χωρίς να υπολογίζεις τίποτα και κανέναν».
Αυτό μου λέει το σκίρτημα… Και πραγματικά, τον τελευταίο καιρό αρχίζω να νιώθω πολύ πιο χαοτικός στις επιλογές μου από κάθε άλλη φορά… Μερικές φορές ξυπνάω και εύχομαι η μάνα μου να μην μου είχε μάθει ποτέ την λέξη «αν»…
Σήμερα λέω να γράψω μερικά πολύ ξεκάθαρα πράγματα. Ίσως υπερβολικά. Μερικές σκέψεις που ταλαιπωρούν το μυαλό μου εδώ και καιρό και έχω ανάγκη να τις γράψω απλώς και κατ’ επέκταση, τις μοιράζομαι μαζί σας.
Προσωπικά, ανέκαθεν είχαν επίγνωση πως η ψυχική μου ισορροπία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σεξ. Είναι κάτι το οποίο έχω αποδεχθεί και ζω με αυτό. Ωστόσο, από τότε που ζω συνειδητά στον κόσμο αυτό, περίπου από τα 12-13 μου δηλαδή, νιώθω να δέχομαι (και οι γύρω μου μαζί μου) τόσες πολλές πιέσεις, διαφόρων ειδών από πολλές πλευρές.
Συνέπεια αυτού, είναι να καταναλώνω περισσότερο χρόνο ώστε να αντιμετωπίζω αυτές τις πιέσεις ώστε να μην μου σπάνε τα νεύρα. Συνέπεια της συνέπειας, είναι να μη ζω τη ζωή μου όσο ανατρεπτική όσο την φαντάζομαι και να έχω εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα που έχει περισσότερες κοινωνικές άμυνες από αυτούς που κατακρίνει πως είναι ανασφαλείς.
Με λίγα λόγια: δεν έχω καν τον χρόνο να ηρεμήσω και να βρω έναν άνθρωπο για να περάσω λίγο καλά μαζί του.
Και στον ελάχιστο αυτό χρόνο που προσπαθώ να βρω κάτι τέτοιο, συναντάω μπροστά μου απροσπέλαστα τείχη τα οποία δεν διαλύονται με τίποτα και δεν σου επιτρέπουν να έχεις πρόσβαση στο οτιδήποτε. Αυτό δεν συμβαίνει με ανθρώπους (γυναίκες κυρίως) του ίδιου στιλ, όμως πάντα συνέβαινε με διαφορετικούς ανθρώπους.
Παρατηρώ μια γενικότερα σκληρή αντιμετώπιση των πραγμάτων από πλευράς τόσο των γυναικών όσο και των αντρών. Σαν οι πρώτες να θεωρούν τους εαυτούς τους έπαθλα των δεύτερων για την προσπάθειά τους να τις κατακτήσουν και οι δεύτεροι να αποδέχονται αυτή τη μοίρα και όταν τις καταφέρνουν; Μένουν μαζί τους και τις μεταχειρίζονται με τέτοιο τρόπο που αυτές φεύγουν και ο άλλος ξεκινάει από την αρχή, χωρίς να έχει μάθει από το τραγικότατο λάθος του.
Τα πράγματα στον πλανήτη αυτόν είναι ίσα για όλους. Κάποτε οι γυναίκες διεκδίκησαν ισότητα με τους άντρες. Πολύ καλά έκαναν. Είναι άνθρωποι. Το ίδιο είδος. Τα ίδια χαρακτηριστικά και οι ίδιες ακριβώς ανάγκες. Όλοι είναι ίσοι για όλους.
Βλέπεις μια γυναίκα η οποία είναι ελεύθερη και πλησιάζει στην ηλικία που τα περιθώρια για το… χρέος της στο είδος, το παιδί, στενεύουν. Τρέμει στην ιδέα πως θα πεθάνει χωρίς να γίνει μάνα. Παντρεύεται κάποιον περισσότερο από ανάγκη παρά από αγάπη και γνώση. Γίνονται μανάδες κοριτσιών που θα γίνουν ίδιες με αυτές ή αγοριών που θα γίνουν ίδια με αυτό που θα γράψω παρακάτω.
Το ίδιο ισχύει και για τους άντρες. Βρίσκουν μια γυναίκα που έχει ανάγκη, κάνουν παιδιά μαζί της όμως καταλήγουν να τρομάζουν και να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, αφήνοντας αγόρια να μεγαλώσουν χωρίς το πρότυπο του άνδρα στο σπίτι.
Κοινωνίες με ανασφάλειες και άμυνες, που έχουν ανάγει σε επιστήμη τον γεννετικό κώδικα του ανθρώπου και τα ένστικτά του τα έχουν μετατρέψει από απλή επιβίωση σε αυτό που ονομάζουν ποιότητα ζωής ή για τους πιο λόγιους, ευ ζην.
Η πουτάνα η ζωή είναι απλή. Χρειάζεσαι μερικές ώρες ύπνου, μερικές ώρες σεξ και μερικές ώρες συζητήσης, φαγητού και «εκπαίδευσης» των παιδιών σου.
Αυτό είναι η ζωή του ανθρώπου γιατί δεν διαφέρει σε τίποτα από τα ζώα, παρά μόνο στο ότι ανέπτυξε τον εγκέφαλό του αρκετά που δημιούργησε περισσότερα προβλήματα, από ότι λύσεις.
Μια ανοιχτή παπουτσοθήκη. Τρία ράφια γεμάτα αναμνήσεις, επιλογές ζωής, ενδεικτικά ενός χαρακτήρα πολύπλευρου και δυναμικού.
Περίπου τέσσερα ζευγάρια allstarakia προτείνουν σε όποιον τα κοιτάζει τα κορδόνια τους, έτοιμα να μαρτυρήσουν τις εμπειρίες μισού αιώνα ζωής.
Σκισμένα από τις κακοτοπιές και μπαλωμένα με την πίστη στον εαυτό τους, συνεχίζουν να περπατούν ένα μονοπάτι που κάθε του βήμα, είναι περιπέτεια.
Φλωρεντία, Ζάκυνθος, Αιγάλεω, Κρήτη, Αθήνα, Αλεξανδρούπολη, Σύρος, Πρέσπες. Τα allstarakia δεν χαλάνε ποτέ, απλώς όσο μεγαλώνουν… αποκτούν στιλ.
Αν έχεις φορέσει ποτέ ένα ζευγάρι, θα ξέρεις σε τι αναφέρομαι. Αυτά τα «σπασίματα» στο λάστιχο, οι φθορές στο πανί και η μαυρισμένη γλώσσα από τα σφιχτά κορδόνια.
Ροκ ζωή, ροκ όνειρα. Μαρτυρούν μια ζωή ταλαίπωρη και γενναία.
Μαμά…
Χρόνια καλά. Σ’ ευχαριστώ που δεν έφυγες ποτέ από δίπλα μου. Σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες να φοράω allstarakia. Γιατί θέλει να έχεις κότσια για να φορέσεις κάτι πάνινο και να το μετατρέψεις σε ατσάλι.
Για να ξεκαθαρίσω από πριν ορισμένα πράγματα, πριν προχωρήσω στην παρακάτω σκέψη, θέλω να θέσω τα εξής ως δεδομένα. Α) ποτέ στη ζωή μου δεν με ένοιαζε ποιον έχω δίπλα μου, αν αυτός που στέκεται κοντά μου σε δημόσιο χώρο είναι μαύρος, κίτρινος, κόκκινος, λευκός, ζητιάνος, επιχειρηματίας, διάσημος, άσημος ή οτιδήποτε το οποίο είναι κατακριτέο από μεγάλη μερίδα ανθρώπων Β) στη ζωή μου δεν με επηρέασε το οικονομικό ή κοινωνικό status των ανθρώπων με τους οποίους έχω επιλέξει να ζω την καθημερινότητά μου και σέβομαι τις απόψεις όλων, είτε είναι ακραίες είτε συμβιβαστικές.
Ας προχωρήσουμε στο «ζουμί» του θέματος.
Αρχικά, θέτω το εξής ερώτημα: Πότε νιώθεις ελεύθερη/ ελεύθερος εσύ που διαβάζεις αυτό εδώ το κείμενο; Προσπάθησε να δώσεις έναν ορισμό της απελευθέρωσής σου από κάθε taboo και κράτα το για εσένα.
Σκεπτόμενος για αρκετά χρόνια, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο κάθε άνθρωπος μπορεί να νιώσει ελεύθερος όταν καταφέρει να αγνοήσει τους υπόλοιπους ανθρώπους από γύρω του, ακόμη και όταν αυτοί είναι εκεί. Όχι όταν τους αγνοεί σταθερά και μόνιμα, απλά όταν έχει την ικανότητα να απομονώσει τον κόσμο του και να τον κάνει άτρωτο απέναντι στις κοινωνικές και ψυχολογικές απειλές που νιώθει.
Κοινώς, όταν απελευθερωθεί από όλες του τις ανασφάλειες.
Καθημερινά διανύω μια απόσταση περίπου 20 χιλιομέτρων για να φτάσω στη δουλειά μου, χωρίς αμάξι. Χρησιμοποιώ πολύ το μετρό, ξεκινώντας από το Αιγάλεω και φτάνοντας έως την Πανόρμου. Αρκετές στάσεις ώστε το χειμώνα η κατάσταση να είναι αποπνικτική και το καλοκαίρι ιδιαίτερα ευχάριστη (όταν έχει air-condition ο συρμός).
Όπως πολλοί από εσάς, έτσι και εγώ ζω αρκετούς ανθρώπους για ελάχιστα λεπτά της ζωής τους. Και όμως μέσα σε αυτά τα ελάχιστα λεπτά, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τις εποχής και κατ’ επέκταση, φυσικά, τις ανασφάλειες του καθενός.
* Ζούμε στην εποχή στην οποία μια γυναίκα έχει συνεχώς το άγχος πως ο άντρας που κάθεται δίπλα της, έχει ίδιες πιθανότητες να είναι ενοχλητικά χυδαίος, με όσες έχει να είναι ο άντρας της ζωής της.
* Ζούμε στην εποχή στην οποία ένας άντρας φοβάται να καθίσει δίπλα σε μια γυναίκα στο μετρό, διότι σκέφτεται πως ίσως αυτή σκέφτεται, ότι έκατσε δίπλα της επειδή του αρέσει το πληθωρικό στήθος της και θέλει να της κάνει καμάκι.
* Ένας άντρας προτιμά να κάτσει άντρα, διότι ξέρει πως δεν θα θεωρηθεί ομοφυλόφιλος και γνωρίζει πως αυτός δίπλα στον οποίο κάθεται, θα τον αγνοήσει γιατί πολύ απλά… δεν έχει πληθωρικό στήθος!
* Μια γυναίκα φυσικά και θα καθίσει δίπλα σε μια άλλη γυναίκα, διότι δεν νιώθει ανασφαλής καθώς δεν απειλείται άμεσα από κάτι συνήθως ισχυρότερο σωματικά και ξέρει πως ακόμη και αν η διπλανή της είναι ομοφυλόφιλη, μπορεί εύκολα να της δείξει πως δεν ενδιαφέρεται.
Και ρωτάω το εξής: Στην Ελλάδα της οποίας το 4% σχεδόν έριξε την ψήφο του υπέρ των «ανατρεπτικών» (;) Οικολόγων Πράσινων, την Ελλάδα που συντηρεί στο 8% το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας και που υποστηρίζει τον Τσίπρα όταν μιλάει για ανατρεπτικούς τρόπους προστασίας του περιβάλλοντος… τόσο πολύ φοβάται ο βλάκας ο Έλληνας και η βλαμμένη η Ελληνίδα, τον διπλανό της; Ποιο από τα δυο είναι ψεύτικο και πουριτανικό;
«Ένας γυμνός βασιλιάς είναι ο άνθρωπος που κοκορεύεται για την κορώνα του και αγνοεί πως τα ρούχα του λείπουν» Κ.Π.
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην πέμπτη ποιητική του συλλογή, «Το εγκώμιο της σκιάς», γράφει στις «Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο»: «Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να’ τανε η άμμος πέτρα…».
Είτε κανείς αποδεχθεί την θεωρία του Δαρβίνου, αυτή της εξέλιξης των ειδών, είτε την εκδοχή του Χριστιανισμού που αναφέρει πως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, γνωστό και άγνωστο, και τον άνθρωπο, το μόνο δεδομένο είναι πως το ανθρώπινο είδος έχει σε κάθε περίπτωση ένα κοινό:
Την εξέλιξη.
Συγκεντρώθηκε σε κοινωνίες, έχτισε συναισθήματα που δυσκολεύεται ακόμη και σήμερα να τα καταλάβει στα υπόλοιπα ζώα και κατάφερε να προοδεύσει (?) ιδιαίτερα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένο είδος, καθότι πριν από αυτόν υπήρξαν οι δεινόσαυροι και μάλιστα για εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια. Έχει όμως την εξέλιξη με το μέρος του.
Καθημερινά εξελίσσεται, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα πως πάει μπροστά. Ο άνθρωπος οφείλει την ύπαρξή του, στην εξέλιξη. Την δυνατότητα του εγκεφάλου του να επεκταθεί πέρα από τα βασικά «τρέφομαι, ζευγαρώνω, πεθαίνω».
Και όμως καθημερινά, αυτό το περίεργο είδος που πάτησε το πόδι του στη Γη σαν στόχος του να ήταν να την μετατρέψει σε κάτι γκροτέσκο, κάνει ότι μπορεί για να σταματήσει την εξέλιξη. Κρατάει τα πάντα κρυμμένα, κοντά του, φυλακισμένα. Δεν θέλει να πάει με το «ρεύμα», αλλά θέλει να θέσει το δικό του ρεύμα.
Ο φόβος της εξέλιξης, έχει κάνει τον άνθρωπο ανασφαλές ον. Τρέμει στην ιδέα του μόνου σίγουρου γεγονότος της ζωής του: του θανάτου. Μερικές φορές φοβάται και στην ιδέα του «χρέους» του: της αναπαραγωγής του είδους.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο άνθρωπος χτίζει πάνω στην άμμο, πράγματα που μόνο η πέτρα μπορεί να αντέξει. Το ζητούμενο στην περίπτωση του παράξενου αυτού είδους, δεν είναι αν η άμμος είναι πέτρα.
Είναι αν η άμμος τελειώνει ή έχει ακόμη να χτίσει. Γιατί αν συμβαίνει το πρώτο… τότε τα πράγματα θα γίνουν πολύ… πρωτόγονα. Όπως έπρεπε να είναι…
Οι γονείς μου με μεγάλωσαν με την ιδέα να μην είμαι παλαιολάτρης, αλλά να κοιτάζω το παρελθόν μου, για να βελτιώσω εμένα και την δική μου γενιά.
Όμως δεν είναι λίγες οι φορές τους τελευταίους τρεις μήνες, που έχει περάσει σαν σφαίρα που διαλύει τον εγκέφαλο μου η σκέψη: «Μακάρι να γυρνούσα τον χρόνο πίσω…». Να ήμουν εκεί ξανά, έστω για λίγο…
Δεν ξέρω πράγματι αν αξίζει, και μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ, ο κάθε άνθρωπος μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει σωστό και λάθος, για να μπορέσω να θέσω πάνω σε έναν άξονα αυτά στα οποία πιστεύω πως έχω αδικηθεί και αυτά στα οποία θεωρώ πως έχω αδικήσει.
Μάλλον αυτός άξονας είναι πολύ ρευστός για να υπάρξει, αφού η τοποθέτηση ενός άλλου προσώπου πάνω του, από εμένα, θα τον έκανε αυτόματα να ταραχθεί. Δύσκολα λοιπόν μπορώ να πω με σιγουριά, αν μου αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.
Ή στην τελική, αν μου αξίζει να μάθω τους λόγους για τους οποίους έχουν γίνει διάφορα πράγματα που επηρέασαν τη ζωή μου. Αρνητικά και θετικά.
Ως άνθρωπος, γεννήθηκα για να επιβιώσω. Όπως κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός στην Γη. Δεν έχω κάτι ξεχωριστό και σίγουρα δεν υπάρχει απάντηση στο αιώνιο γιατί που και χωρίς να το θέλω, περιτριγυρίζει τόσα χρόνια μέσα στο κεφάλι μου και με ταλαιπωρεί.
Όμως πραγματικά θα ήθελα πολύ να μάθω για ποιο λόγο:
«Έφυγες χωρίς αντίο. Έφυγες χωρίς γιατί. Και με άφησες στο κρύο. Να ζητάω συμβουλή.»
Δεν ξέρω γιατί το έκανες, όμως ξέρω τις συνέπειες της πράξεις σου. Και δεν ήταν ωραίες, σε διαβεβαιώνω. Κομμάτια καρδιάς, παντού σκορπισμένα. Τα μάζεψα και έφτιαξα μια πέτρα, πιο σκληρή απ’ τη μοναξιά και την κάρφωσα στο στήθος μου.
Με το πέρασμα των χρόνων, έγινα σκληρός σαν την πέτρα αυτή. Τίποτα δεν περνούσε από μέσα της, παρά μόνο το αίμα που με κρατούσε ζωντανό. Αν και για αυτό δεν είμαι σίγουρος πια. Έχω αρχίσει να πιστεύω πως μόνο η ελπίδα ότι μια μέρα, κάποτε, έπειτα από πολλά χρόνια, θα σε δω ξανά, θα περάσουμε μπροστά από το δημοτικό, θα με φιλήσεις και θα μοιάζει σαν την πρώτη φορά, με κρατάει ζωντανό.
Θα φύγεις για το σπίτι σου και εγώ με ένα χαμόγελο πιο λαμπρό και από μικρού παιδιού που μόλις πήρε δώρο, θα πάω να βρω τους φίλους μου στην πλατεία. Ξανά.
Ξέρω ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Όμως ξέρω πως έχω την δύναμη να περιμένω έως το τέλος της ζωής μου, για να επιβεβαιώσω αυτή μου την εκτίμηση. Εξάλλου δεν οι ιστορίες που μιλούν για κάποιον/ κάποια που έδωσε την καρδιά του μόνο σε μια/ έναν για πάντα, δεν βγήκαν από το ανθρώπινο μυαλό.
Πάντα υπάρχει κάποιος που φεύγει και κάποιος που μένει για να φυλάει αυτό που άφησε ο άλλος. Γιατί έστω και μια φορά στις 1.000 που αυτό γίνεται, ο πρώτος που έφυγε, γυρίσει, τότε η έκρηξη χαράς που θα συμβεί, είναι αρκετή για να γεννήσει χιλιάδες έρωτες.
Ελπίζω να γυρίσεις αργά, για να μπορέσω να φύγω ξέροντας πως άντεξα το βάρος του εαυτού μου. Να μπορέσω να φύγω δυνατός που κράτησα μέσα μου μια αγάπη, την οποία μου έδωσες και έφυγες. Το βάρος αυτό… το κράτησα και στάθηκα όρθιος.
Γέννημα των ονείρων, γέλιο του Θεού, μια ακόμη νύχτα που είσαι παντού. Κλείνω τα δυο μου μάτια να ξεχαστώ, να μη θυμάμαι θέλω, να κοιμηθώ.
Μίλαγες και οι λέξεις παίρναν φωτιά, κοίταγες κι η ματιά σου παρηγοριά. Τώρα ποια στόματα να μου το πουν, αυτοί που φεύγουν πίσω πως δε γυρνούν.
Αυτό που με συντρίβει, που με πονεί, είναι πως δε σου είπα «ώρα καλή» «Μη φοβηθείς τον Άγιο μήτε τα νερά, η βάρκα απέναντι όταν θα σε περνά»
Τώρα απ’ τα χείλη ποια κουβέντα να βγει, που έφυγες και σε κλαίνε μάνα κι αδερφή. Τώρα στο Σούνιο Θεέ μου, σκόρπα μονάκριβέ μου. Τώρα στο Σούνιο Θεέ μου, σκορπίσου αδερφέ μου.
*Στη μνήμη του Αλέξη Κόκκινου που έφυγε στα 30 του από τροχαίο.
Vincent Van Gogh, Η θάλασσα στο Σεν Μαρί, Ιούνιος 1888
.. Η θάλασσα στην προκυμαία της πόλης του «υπάρχω...κι ύστερα δεν υπάρχεις» ... Τη θάλασσα προχθές την είδα να είναι κατάμαυρη και φουρτουνιασμένη. Κιτρινισμένες φωτογραφίες επέπλεαν στον αφρό των κυμάτων και χτυπούσαν με λύσσα την προκυμαία... την προκυμαία του " υπάρχω και ύστερα δεν υπάρχεις"... τα κύματα πελώρια χτυπούσαν τα πρώτα σπίτια της πόλης... Αλμύρα ήρθε στα χείλη όλων... Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε ... χαμόγελο ανήσυχο... μα και ελπιδοφόρο. Γέλασαν τα στόματα των σπιτιών της μικρής πόλης, ανοίγοντας διάπλατα οι πόρτες τους και φωτίστηκαν τα παραθυρομάτια τους.... δεν ήταν όπως κάθε χειμώνα αυτή η καταιγίδα. Τι να προμηνούσε, ή μήπως είχε έλθει η ώρα να συμβεί το διαφορετικό, το σημαντικό επιτέλους να επιβληθεί στο ασήμαντο που περιδιάβαινε τους δρόμους αρκετό καιρό πετώντας λόγια και απειλές; Έμεινα έκθαμβος όταν είδα πολύ κοντά στα κύματα μέσα στις φωτογραφίες κάποιες εικόνες τεράτων που με τρομακτική δύναμη ρουφούσαν το νερό των ελπιδοφόρων κυμάτων.... ρουφούσαν αχόταγα τη θάλασσα....τα πρόσωπα των ανθρώπων έγιναν πρόσωπα αγαλμάτων, λευκά πρόσωπα.... μειδιώντας παράλογα, αμήχανα και δυστυχισμένα.
. Μας πήραν το νερό τα τέρατα.... το υδρογόνο και το οξυγόνο μας... τη θάλασσά μας. Τώρα έχουμε μία εικονική θάλασσα.... θάλασσα σε ολόγραμμα .... περνάμε μέσα της και δεν νοιώθουμε την αλμύρα της... δε μας αγκαλιάζει με την υγρασία της.... δεν ακούμε το μουρμουρητό της..... μας άφησαν τουλάχιστον την εικόνα της σαν σε βουβή ταινία.... τη βλέπουμε και οραματιζόμαστε.... κάνουμε όνειρα.... έτσι μου είπαν.
. Πήρα μια βάρκα με κουπιά και κωπηλατούσα στο όνειρο.... .
Νοιώθω πως ένας δαίμονας να βγαίνει από μέσα μου καθώς πεθαίνω; Ή είναι ένας άγγελος που δαιμονικά μαστιγώνει τους αμαρτωλούς;
Τώρα την τελευταία ώρα τι είναι τελικά αυτό που θα βγει; Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είμαι ο μονός που δεν θα το δω.
Τελικά που θα είμαστε όταν στον άλλο κόσμο βρεθούμε; Θα είμαστε στην κόλαση να πονούμε ή μήπως στον παράδεισο αμαρτωλούς να χτυπούμε;
Εγώ θέλω να είμαι στην μέση. Εκεί που δεν είναι ούτε παράδεισος ή κόλαση. Μα και πάλι θα αναρωτιέμαι, είμαι στην μέση αλλά… προς στον παράδεισο ή στην κόλαση;